H αληθινή ιστορία του Βασιλείου Χουτόπουλου - Πηγή εμπνεύσεως και δύναμης


Οι μετάνοιες , η πτώση και η Έξοδος .

xoutopoulos1

Το 1924 γεννήθηκε στο Ναύπλιο ο Βασίλης Χουτόπουλος ˙ όπως απέδειξε με την αντίστοιχα ανάλογη ζωή του ανατράφηκε με κυρίαρχες αξίες την υπευθυνότητα, την συνέπεια και την αίσθηση τού καθήκοντος, που συνδυάζονταν με ένα σεμνό υψηλό φρόνημα˙ ταυτόχρονα έζησε από μικρός την απλή Χριστιανική πίστη των καθαρών ανθρώπων με την αγάπη στον Θεό και στον κάθε άνθρωπο, ενώ αναπτύχθηκε στην ψυχή του δυνατή φιλοπατρία ανάλογη εκείνης που φαίνεται στον όρκο που έδιναν οι Αθηναίοι έφηβοι κατά την ενηλικίωσή τους, όταν γίνονταν 18 ετών και έπαιρναν τα όπλα τους: «Οὐ καταισχυνῶ τὰ ὅπλα τὰ ἱερὰ …˙ καὶ ἱερὰ τὰ πάτρια τιμήσω … Δεν θα ντροπιάσω τα ιερά όπλα , … και την πατρίδα δεν θα παραδώσω μικρότερη, αλλά μεγαλύτερη και ισχυρότερη απ’ όση την παρέλαβα και θα τιμήσω τα πατροπαράδοτα ιερά». Τα λόγια, τα μηνύματα αυτού τού όρκου ως αυτοφυή είχαν ριζωθεί στην αντρική ψυχή του. Και έτσι αναπτύχθηκε ως προσωπικότητα ο Βασίλης Χουτόπουλος. Ήρεμος και απλός , με μιαν εσώτερη δύναμη, δύναμη που αναδυόταν από την βίωση και την εγκατοίκηση τού βάθος τού εσχάτου πυθμένος, στον οποίο βρέθηκε αναπάντεχα και ενώ εκπλήρωνε ευσυνείδητα και ολοπρόθυμα το καθήκον του προς την Πατρίδα .

Ήταν 6/6/1949 η ημέρα που ο Έφεδρος Ανθυπολοχαγός Πεζικού τού 597 Τάγματος Πεζικού ΧΟΥΤΟΠΟΥΛΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ, όπως αναφέρεται στην σχετική Πρόταση τής Διοικήσεως τού Τάγματος αυτού για προαγωγή του επ’ ανδραγαθία, “παραλαβών περίπολον Μάχης εξήλθεν επί κεφαλής ταύτης προς εξουδετέρωσιν” ομάδων σαμποτέρ - ανταρτών στην περιοχή τού Γράμμου . Όπως ειδικότερα περιγράφεται στο παραπάνω έγγραφο (Ε.Π. 1528/Φ. 105/ΒΙ. προς την 77 Ταξιαρχία) ο Βασίλης Χ. διοικούσε την περίπολο πλήρης θάρρους και ψυχραιμίας “επιδεικνύων ετοιμότητα και ευστροφίαν πνεύματος …… , βαδίζων πρώτος εν μέσω παγιδευμένου εδάφους, προσπαθών μετ’ αυταπαρνήσεως να επιτύχει τού σκοπού του˙ ολισθείσας προσέκρουσεν επί εχθρικής νάρκης, ακρωτηρισθέντων των άνω άκρων και καταστραφέντων των οφθαλμών του. Παρ’ όλα ταύτα μέχρι τής τελευταίας στιγμής παρώτρυνε τούς άνδρας να μην απασχολούνται με αυτόν, αλλά να συνεχίσουν τον σκοπόν των”. Η αναφορά αυτή έχει ημερομηνία 7 Αυγούστου 1949, ένα μήνα μετά την ημέρα, που ο Βασίλης συμπλήρωσε τα 25 χρόνια του.

Δεν χρειάζεται να αναλύσουμε τι σήμαινε αυτό για τον Βασίλη, που τότε ήταν ένας νέος άνθρωπος, με αρκετά καλές σπουδές (εγγεγραμμένος μάλιστα ήδη ως φοιτητής στην Νομική Σχολή τού Πανεπιστημίου Αθηνών), είχε προσληφθεί ως υπάλληλος σε υποκατάστημα τής “Εθνικής Τράπεζας” στον τόπο του, θα είχε και αυτός τα όνειρά του και ξαφνικά χάνει τα μάτια του και τα δύο χέρια του, καταστρέφονται το τύμπανο τού ενός αυτιού και τα αισθητήρια τής όσφρησης. Είναι αυτονόητον ότι από εκείνη την στιγμή τού ηρωικού τραυματισμού του, η ζωή τού Βασίλη Χουτόπουλου άλλαξε άρδην. Ο Θεός όμως που επέτρεψε να συμβεί αυτό, τού έδωσε και ανθρώπους που τού συμπαραστάθηκαν: αρχικά τούς γονείς του που στάθηκαν δίπλα του λαμπάδες ακοίμητες, αλλά και την σύζυγό του Ευαγγελία (το γένος Λαμπρίδου), η οποία επί πενήντα δύο (52) χρόνια μέχρι και τον θάνατό του, τον στήριξε με όλες της τις δυνάμεις, συντονισμένη κατά τρόπο θαυμαστό στην δική του συχνότητα, φωτεινή, άγρυπνη, στοργική, αποτελεσματική.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η στάση τού Βασίλη Χουτόπουλου απέναντι σ’ αυτήν την οδυνηρή ανατροπή τής πορείας τής ζωής του: επί 66 χρόνια που διήρκεσε αυτή η δύσκολη και ανηφορική διαδρομή, δεν γόγγυσε καθόλου, δεν είπε ποτέ «γιατί να μού τύχει αυτό;». Αντίθετα έλεγε κάτι που έδειχνε ψυχικό μεγαλείο αλλά και την παρουσία τού Θεού στην ζωή του: «Ναι αυτό που μού συνέβη είναι δύσκολο, δυσβάσταχτο˙ δοξάζω όμως τον Θεό που μού δίνει την δύναμη να το αντέχω».

xoutopoulos2
Και όπως το έλεγε, έτσι και το ζούσε ως προσωπικότητα στην όλη ζωή του ο Βασίλης Χουτόπουλος: Ευσταλής και ευθυτενής, αληθινά λεβεντάνθρωπος, χωρίς ίχνος έπαρσης, αλλά πάντα ευγενής, φιλικός, ευπροσήγορος, σοβαρός και ευχάριστος ταυτόχρονα, δεχόταν και άκουγε οποιονδήποτε τον πλησίαζε, πρόθυμος να βοηθήσει στο μέτρο των οικονομικών δυνατοτήτων του, όποιους είχαν ανάγκη˙ χωρίς να επιβαρύνει τον ευεργετούμενο με την αίσθηση τής “υποχρέωσης”, αρκεί να είχε πεισθεί ότι υπήρχε πράγματι “ανάγκη”˙ έτοιμος πάντα να ακούσει τον κάθε “άλλον” ως “τον πλησίον” και να τού ειπεί καλόν λόγο. Όποιος και να τον συναντούσε, αισθανόταν ότι μπορούσε να τον εμπιστευθεί˙ αμέσως. Η βαθειά, ζεστή φωνή του συμπλήρωνε την εικόνα τής παρουσίας του, που έμοιαζε αυστηρή, αλλά ταυτόχρονα απέπνεε συμπάθεια. Αυτοί που το ζήσαμε, θα θυμόμαστε πάντα τον ήχο τής φωνής του όταν απήγγειλε στον Ιερό Ναό τής Κοιμήσεως τής Θεοτόκου στο Μάτι το “Σύμβολο τής Πίστεως” (“το Πιστεύω”)˙ με απλήν ευλάβεια, καθαρά και λιτά, δίχως ειδικό χρωματισμό τής προφοράς ή χροιάν απαγγελίας, εκφωνούσε δυνατά και ήρεμα την Ομολογία, με τρόπο που φανέρωνε ότι το απήγγελλε από το βάθος τής καρδιάς του, ολόψυχα και εκ μέρους όλου τού εκκλησιάσματος. Και πάντα προσπαθούσε να βοηθάει˙ η διάθεσή του αυτή εκδηλωνόταν και με την υποστήριξη που προσέφερε και σε αρκετά φιλανθρωπικά Σωματεία πάντα με διακριτικότητα και αφανώς˙ λόγω τής πυκνής πνευματικής αναστροφής του με τον πατέρα Νικόλαο Κουμεντάκη και λόγω τής φιλίας του με δύο άλλους ευεργέτες τού Σωματείου «“ΒΗΘΕΣΔΑ” Μέριμνα για τον Ανάπηρο», το ζεύγος Αλέξανδρο και Δέσποινα Γαβριήλ, συνδέθηκε στενά με το Σωματείο αυτό, μολονότι ηθελημένα δεν έγινε ποτέ μέλος του, διότι πίστευε ότι δεν πρέπει πρόσωπα με αναπηρία να καθίστανται μέλη φιλανθρωπικών σωματείων και να μετέχουν στα Διοικητικά Συμβούλιά τους, προκειμένου η κρίση των τελευταίων να μην επηρεάζεται από υποκειμενικούς παράγοντες .

Και φθάνουμε στον Αύγουστο τού 2015˙ έχει έλθει η ώρα τής αναχώρησης. Τον Δεκαπενταύγουστο μάλιστα στην γιορτή τής “Κοιμήσεως”, ο Βασίλης Χουτόπουλος μετέλαβε, ανέφερε δε κάτι για διαρκή ετοιμότητά μας “προς αναχώρησιν”˙ λίγες ημέρες μετά, ενώ κάνει τις “μετάνοιές” του για την βραδυνή προσευχή του, πέφτει και χτυπάει στο κεφάλι˙ μεταφέρεται στο Νοσοκομείο˙ αντιμετωπίζει τα πάντα όπως πάντα ήρεμα, ατάραχα με ευχάριστη διάθεση και με εμπιστοσύνη στον Θεό και το σχέδιό Του. Γύρω στις 29 Αυγούστου εμφανίζει επιπλοκές στο πνευμονικό – αναπνευστικό σύστημα και πολύ γρήγορα, στις 31 Αυγούστου 2015 περί ώραν 14:00 όλα τελειώνουν ήσυχα και οριστικά: ο Βασίλειος Χουτόπουλος μεταγράφεται στην Θριαμβεύουσα Εκκλησία.

Ας επιτραπεί να εκφράσουμε την πεποίθηση ότι ο Τριαδικός Θεός μας, Αυτός που είναι η Αυτοαγάπη και Αυτός που τού έδωσε την δύναμη τόσα χρόνια να αντέξει στον πανθομολογουμένως δύσκολο δρόμο τής πολλαπλής αναπηρίας, Αυτός ως Οικτίρμων και Παντελεήμων, με το άπειρο Έλεός Του, προσέλαβε τον Βασίλειο Χουτόπουλο και τον έχει αναπαυμένο στα δεξιά Του, μετά των Αγίων Του.

Είθε, Αμήν.

Νέα Σμύρνη, Μάϊος 2016
Χρίστος Γ. Χουτόπουλος

Διαβάστε ολόκληρη την ιστορία του Βασιλείου Χουτόπουλου